χείρον'

χείρον'
χείρονα , χείρων
mcaner
neut nom/voc/acc comp pl
χείρονα , χείρων
mcaner
masc/fem acc comp sg
χείρονα , χείρων
mcaner
neut acc comp pl
χείρονα , χείρων
mcaner
neut nom comp pl
χείρονι , χείρων
mcaner
dat comp sg
χείρονε , χείρων
mcaner
nom/voc/acc comp dual

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • χεῖρον — χείρων mcaner masc/fem voc comp sg χείρων mcaner neut nom/voc/acc comp sg χείρων mcaner neut acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • χείρων — Ένας από τους Κενταύρους της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας: ξεχώριζε από τους συντρόφους του, που παρουσιάζονταν άγριοι και σκληροί, με την εξαιρετική σοφία του. Κατά την αρχαία παράδοση, πολλοί ήρωες της αρχαιότητας, μεταξύ των οποίων και ο… …   Dictionary of Greek

  • горьчаи — (33) сравн. степ. 1. Более горький на вкус: и дасть ѥмѹ нѣчто снѣсти горчѩѥ пелына. ПрЛ XIII, 38б; не вънимаи злѣ женѣ. медъ бо каплеть ѿ ѹстъ е˫а. жены любодѣици во времѩ наслажаеть твои гортань. послѣди же горчае золчи. ЛЛ 1377, 25 об. (980);… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • κλίνω — (AM κλίνω, Α αιολ. τ. κλίννω) 1. (μτβ.) κάνω κάποιον ή κάτι να στραφεί ή να γείρει πλάγια ή προς τα κάτω, τό γέρνω, τό πλαγιάζω ή λυγίζω, κάμπτω κάτι (α. «ο δυνατός άνεμος έκλινε τους κορμούς τών δέντρων» β. «ἐπὴν κλίνῃσι τάλαντα Ζεύς» όταν ο… …   Dictionary of Greek

  • List of Greek phrases — List of Greek Phrases/ProverbsContents *Α Β Γ Δ Ε Ζ Η Θ Ι Κ Λ Μ Ν Ξ Ο Π Ρ Σ Τ Υ Φ Χ Ψ Ω *See also NOTOC Αα (h)a ;Apolytonic|γεωμέτρητος μηδεὶς εἰσίτω: Ageōmetrētos mēdeis eisitō .: Let no one without knowledge of geometry enter . Motto over the… …   Wikipedia

  • гории — (152) сравн. степ. Худший; более суровый; более тягостный: пи˫аницѩ бѣсьнааго го||рии ѥсть. Изб 1076, 89 об.–90; и бѹдɤть ти послѣдьнѩ˫а горьшѩ пьрвыихъ. (χείρονα) Там же, 116 об.; то же ЗЦ к. XIV, 62а; нъ тѹ абиѥ въниде въ ср҃дце ѥго сотона и… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • METRAGYRTA — Graece Μητραγύρτης, Callias vocatur Aristoteli Rhetor. ad Theodect. l. 3. c. 2. Λέγω δ᾿ δ᾿ οἷον, οὐπεὶ τὰ ἐναντία εν τῷ αὐτῷ γένει, τὸ φᾶναι τὸν μὲν πτωχεύοντα ἔυχεςθαι, τὸν δ᾿ ἐυχόμενον πτωχεύειν. ἵτι ἄμφω ἀιτήσεις, τὸ εἰρημένον ἐςτὶ ποιεῖν, Ω῾ς …   Hofmann J. Lexicon universale

  • εναλλάξ — (AM ἐναλλάξ) επίρρ. κατά διαδοχική επανάληψη, εκ περιτροπής, μια ο ένας και μια ο άλλος («τοὺς δὲ τοιούτους ἐναλλὰξ τοτὲ μὲν χεῑρον, τοτὲ δὲ βέλτιον πράξειν», Ισοκρ.) νεοελλ. (γεωμ.) «εναλλὰξ γωνίες» αυτές που σχηματίζονται και από τη μία και από …   Dictionary of Greek

  • μακρόχειρον — μακρόχειρον, τὸ (Α) χιτώνας με μακριά μανίκια. [ΕΤΥΜΟΛ. < μακρ(ο) * + χειρον (< χείρ) …   Dictionary of Greek

  • μεταξύ — (ΑΜ μεταξύ, Α και μετοξύ) επίρρ. 1. (με άρθρ. ή χωρίς άρθρ.) μεταξύ ή το μεταξύ α) (τοπικά) στο μέσο, στη μέση, ανάμεσα («οὐδέ καρπὸν ἐδηλήσαντ , ἐπεὶ ἦ... μεταξὺ οὔρεά τε σκιόεντα θάλασσά τε ἠχήεσσα», Ομ. Ιλ.) β) ανάμεσα σε δύο χρονικά σημεία 2 …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”